Πριν από λίγες μέρες η Τουρκία είχε εκλογές και ένα από τα κύρια ζητήματα ήταν η ευρωπαϊκή της πορεία. Μια πορεία, που έχει απασχολήσει και την ελληνική πολιτική σκηνή, για το αν πρέπει να υποστηριχθεί ή όχι. Αλλά για πια ευρώπη μιλάμε;
Η ευρωπαϊκή ένωση δημιουργήθηκε πριν από πενήντα επτά περίπου χρόνια ως ένας οικονομικός οργανισμός βιομηχανικών χωρών και εξελίχθηκε σε μια ενδυνάμει χαλαρή συνομοσπονδία ή κοινοπολιτεία κρατών. Στο βάθος όμως υφίσταται ένας ανηλεής πόλεμος παλαιών αυτοκρατοριών για επιβολή και ηγεμονία.
Γινόμαστε μάρτυρες συναντήσεων των ηγετών των μεγαλυτέρων κρατών της Ε.Ε. εν μέσω χαμόγελων αλλά ξεχνάμε ότι είναι οι ηγέτες των ιδίων χωρών, που αιματοκύλισαν την Ευρώπη δύο φορές στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Μιλάμε για χώρες, που είναι η εξέλιξη των παλαιών αυτοκρατοριών, οι οποίες με τις αποικίες τους κατάφεραν να μετατρέψουν τον κόσμο σε ένα τόπο συνεχούς διαμάχης και αντιπαράθεσης.
Σε αυτό το κλίμα διερωτώμαστε πολλές φορές για πιο λόγο η Βρετανία διαχωρίζει τη θέση της, ενώ είναι φανερό ότι δεν μπορεί να έρθει εύκολα σε συνεννόηση με χώρες, με τις οποίες πολέμησε για αιώνες. Η ευρωπαϊκή ιστορία είναι γεμάτη από σφαγές και πολυετείς πολεμικές συρράξεις κατά τις οποίες οι αυτοκρατορίες προσπάθησαν να αφανίσουν η μια την άλλη. Σε ένα τέτοιο τοπίο αρχίζει να εμφανίζεται μια χώρα η Τουρκία, που ως παλιά αυτοκρατορία, απείλησε και απειλήθηκε από τις γειτονικές της και στο τέλος διαμελίστηκε από απελευθερωτικούς αγώνες των λαών, που συνέθεταν το πολύμορφο μωσαϊκό της.
Όλες οι υπόλοιπες χώρες δημιουργήθηκαν από τους πολέμους, στους οποίους ενεπλάκησαν οι πάλαι ποτέ κραταιές αυτοκρατορίες, με συνέπεια σήμερα να δημιουργούν τις πολιτικές τους συμμαχίες σύμφωνα με τα παρελθόντα δεδομένα και ερεθίσματα. Έτσι η Τουρκία συζητά την είσοδό της σε μία ένωση, σαθρή ή καλύτερα, που στηρίχθηκε για τη δημιουργία της σε μια εμπορική κατ’ουσία συμφωνία.
Η Ε.Ε. είναι ένα εξάμβλωμα χωρών, που ποτέ δεν αποδέχθηκαν την απώλεια του ηγεμονικού τους ρόλου. Πιστεύουμε στα αλήθεια ότι μια Γερμανία και μάλιστα ενωμένη θα αποδεχθεί ποτέ να δώσει ηγετικό ρόλο στη Γαλλία ή την Βρεταννία ή το αντίστροφο; Θα πει κάποιος “μα η Ε.Ε. δεν έχει ηγεμόνες είναι μια ένωση ίσων μελών, μια οικογένεια”. Η απάντηση είναι απλή. Ως αυτοκρατορίες οι βασιλείς της Ευρώπης είχαν συγγένεια μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να αιματοκυλίσουν την Ευρώπη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Έτσι λοιπόν για να εισέλθει στην Ε.Ε. η Τουρκία θα πρέπει να προβεί σε μια εμπορική συναλλαγή, μια συμφωνία κυρίων, μια λυκοφιλία στην ουσία με τα κράτη μέλη, που διατηρούν και μεταξύ τους λυκοφιλίες και κυρίως με ένα κράτος, την Ελλάδα και τα τελευταία χρόνια και την Κύπρο. Στο παιχνίδι βέβαια μπαίνει και η Βουλγαρία αλλά η χώρα αυτή ακόμα παλεύει να λυτρωθεί από τις επιπτώσεις του παρελθόντος της.
Είναι δυνατό να πιστεύουμε λοιπόν ότι μια χώρα, που ήταν αυτοκρατορία, θα δεχθεί ποτέ να έλθει σε συμφωνία και να υπακούσει εντολές ή έστω συμβουλές από χώρες, που κάποτε ήταν υποτελείς της. Κάποιοι θα πουν βέβαια ότι υπάρχουν μετριοπαθείς πολιτικοί στη γείτονα και κάτι μπορεί να γίνει. Δυστυχώς πλανώνται “πλάνην οικτρά”.
Η Τουρκία είναι μία χώρα με μια πολιτική τον Κεμαλισμό. Ο Μουσταφά Κεμάλ ως πολιτική διάννοια που ήταν κατάλαβε ότι ένα λαό τον ελέγχεις με συγκεκριμένους τρόπους.
Πρώτον την κρατική βία, η οποία θα συντηρήσει τις βασικές δομές του κράτους και θα διατηρήσει την εξουσία.
Δεύτερον τον αναλφαβητισμό σε επιλεγμένες περιοχές με χαμηλό βιοτικό επίπεδο για να αποτρέψει τις πιθανές αξιώσεις για ελεύθερο λόγο.
Τρίτο τη θρησκεία την οποία ενώ πρώτα την αποκλείει ως λειτουργία από το κράτος, επιλέγει μια ως κυρίαρχη με φονταμενταλιστική διάθεση για να εξάψει τον φανατισμό των ήδη αναλφάβητων πολιτών απέναντι σε άλλες ομάδες διαφορετικών θρησκειών.
Τέταρτο αποκλεισμό διαφορετικών εθνικοτήτων, όλοι είναι τούρκοι χωρίς εξαιρέσεις.
Πέμπτον ανακάλυψη εξωτερικών εχθρών για τη συγκάλυψη του πραγματικού εχθρού της κοινωνίας, που είναι το ίδιο το καθεστώς.
Αυτή είναι η ιδιομορφία του κράτους, που εμείς υποστηρίζουμε να μπεί στην Ε.Ε. Ένα κράτος ήδη σαθρό με μια σταθερότητα του τρόμου, όπου ο εθνικισμός είναι το μόνο συνεκτικό χαρακτηριστικό και κάθε έννοια ελεύθερου λόγου φιλτράρεται από μια απολυταρχική εξουσία. Η απαίτηση για αλλαγές σε νομικό επίπεδο δύσκολα θα φτάσουν και σε κοινωνικό επίπεδο, διότι τότε θα χαθεί και η συνοχή του κράτους και το καθεστώς θα καταρρεύσει. Μια τέτοια κατάρρευση θα υποδαυλίσει φυγόκεντρες δυνάμεις, που θα επηρρεάσουν και τις γείτονες χώρες, που είναι μέλη της Ε.Ε.. Κάτι τέτοιο μια Ε.Ε., που στηρίχθηκε σε εμπορικές συμφωνίες πρώην εχθρών, δεν το θέλει και θα κάνει το παν να το αποτρέψει. Γι’αυτό καλύτερα ας ξεχάσουμε αλλαγές στην Τουρκία, είτε ως αποτέλεσμα των πιέσεων της Ε.Ε., είτε ως επιτυχία κάποιων ανύπαρκτων μετριοπαθών τούρκων πολιτικών.
Καλύτερα λοιπόν να σταθούμε απέναντι στην Τουρκία ως κράτος ελεύθερο και δημοκρατικό και ας προσφέρουμε στους γείτονές μας αυτή την ελευθερία λόγου και πράξεων διότι αυτή είναι η ανωτερότητά μας
